Κριτική Ιάκωβος Γωγάκης
Η ταινία επιθυμεί να παρουσιάσει μια γοητευτική, αλλά και πικρή ιδέα.
Στην Αμερική το ταλέντο – όσο εκρηκτικό κι αν είναι – δεν αρκεί.
Πρέπει να ντυθεί με εμμονή, να ποτιστεί με επιμονή, να περάσει από τη δοκιμασία της συναλλαγής, του “γλειψίματος”, της φλυαρίας, της μικρής ή μεγάλης απάτης, ακόμη και της δημόσιας ταπείνωσης (χαστουκάκια στον ποπό με ρακέτα του πινγκ-πονγκ). Κι όταν όλα αυτά αποδώσουν, τότε – σχεδόν σαν ηθικό άλλοθι – επιτρέπεται στον νικητή να επιδείξει φευγαλέα ανθρωπιά. Μια στιγμιαία τρυφερότητα προς τη μητέρα του παιδιού του, ένα βλέμμα προς το ίδιο το παιδί, σαν απόδειξη ότι “κάπου μέσα του” υπάρχει καρδιά.

Αν η ταινία του ξέφευγε από την επιφάνεια, θα μπορούσε όλα τα πιο πάνω που εμφανίζονται στην ταινία, να λειτουργούν είτε για να στηρίχθει το αμερικανικό σύμπαν είτε να χλευαστεί.
Όμως, όσο περνά η ώρα, το έργο δείχνει να προτιμά τον ανούσιο σαματά. Οι αδελφοί Σάφντι, με δικούς τους πόρους και δυναμική είσοδο στην κινηματογραφική σκηνή – χωρίς να είναι σπουδαίοι σκηνοθέτες– θέλουν να φτάσουν τους Κοέν, αλλά δεν μπορούν.
Ο Μάρτι Ράιτμαν, διάσημος αμερικανός παίκτης του πινγκ πονγκ (Τιμοτέ Σαλαμέ), παρουσιάζεται χειριστικός, αεικίνητος, φλύαρος νέος, που μετατρέπει τα πάντα σε παζάρι. Πουλάει παπούτσια με την ίδια ευκολία που την κοπανάει από τη δουλειά για να παίξει πινγκ πονγκ. Γίνεται “υπεύθυνος” από τον θείο-αφεντικό, αλλά με την ίδια ευκολία απειλεί με πιστόλι συνάδελφό του για να πάρει ολόκληρο τον μισθό, ενώ έχει εργαστεί ελάχιστα. Κρατά σχέση με την παιδική του φίλη και μετέπειτα ερωμένη του, αλλά εξαφανίζεται για μήνες, επιστρέφοντας μόνο όταν τον βολεύει.
Η ένσταση, δεν είναι ότι ο ήρωας είναι αντιπαθής ή ηθικά αμφίσημος, είναι ότι η ταινία τον αφήνει επίπεδο. Τραγικοκωμικά επεισόδια χωρίς εσωτερική αιτιολόγηση, χωρίς ρωγμές, χωρίς κόστος που να τον μεταμορφώνει. Μετά το πρώτο διερευνητικό εικοσάλεπτο, βυθίζεται σε σκηνές φτιαγμένες για φασαρία (η μπανιέρα που γκρεμίζεται, η ακατανόητη αναζήτηση του σκύλου, το κυνηγητό με την καραμπίνα). Τα 150 λεπτά μοιάζουν μεγάλης διάρκειας, επειδή η αφήγηση δεν έχει επιλέξει τι θέλει να είναι.
Απουσιάζει η ψυχολογική ματιά (ο ναρκισσισμός ως άμυνα, τραύμα, φόβος εγκατάλειψης), η κοινωνική (το πως είναι δομημένη η μεταπολεμική Αμερική) και η πολιτική (η αποδόμηση του μύθου “όποιος θέλει, μπορεί”). Ακόμη και η υποπλοκή με την ηθοποιό του Χόλιγουντ (Γκουίνεθ Πάλτροου) και τον καταπιεστικό σύζυγό της μπορεί να λειτουργεί ως καθρέφτης αγοράς και εξουσίας, αλλά, τη μια η ιστορία έρχεται μπροστά μας, την άλλη φεύγει, μετά από ώρα ξανάρχεται, όλα γρήγορα, στην υπηρεσία της επόμενης θορυβώδους σκηνής.
Ο Σαλαμέ υποκριτικά ανταποκρίνεται, όμως εγκλωβίζεται σε μια μονοτονία νευρικών ενέργειών, γιατί η ταινία δεν του δίνει εσωτερικές μεταπτώσεις, μόνο διαδρομές. Ίσως γι’ αυτό κλέβουν τις εντυπώσεις οι γκεστ, ο Έιμπελ Φερράρα, ο Ντέιβιντ Μάμετ, ακόμη και η παρουσία του τραμπικού ελληνοαμερικάνου Τζον Κατσιματίδη με το υπονοούμενο βάρος της.
Έργο θορυβώδες, νοηματικά απλό- όσα διαπραγματεύεται τα έχουμε δει σε έξοχες εκδοχές- και τελικά ρηχό.
Η ταινία “Marty Supreme” προβάλλεται από την Πέμπτη 15 ιανουαρίου στους κινηματογράφους.
Δείτε το trailer της ταινίας.

