Κυριακή, 26 Απριλίου, 2026
No menu items!
ΑρχικήΑΡΘΡΑΜνήμες από τα χρόνια της χούντας…

Μνήμες από τα χρόνια της χούντας…

* του Πάνου Τότσικα

Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 με βρήκε ως φοιτητή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών.
Η σύλληψή μου τον Σεπτέμβριο του 1967, η περίπου δίμηνη φυλάκιση μου στις φυλακές Αβέρωφ και στην συνέχεια της Αίγινας, με ανάγκασε να εγκαταλείψω την Πάντειο. Παραμένοντας ωστόσο υπόδικος και κατηγορούμενος μεταξύ άλλων με τον διαβόητο νόμο 509/47, γράφτηκα τον Ιανουάριο του 1968 στην Σχολή Κινηματογράφου Σταυράκου, την οποία επίσης αναγκάστηκα να εγκαταλείψω, όταν τον Μάρτιο του 1968 δεν εμφανίστηκα στην Γενική Ασφάλεια, όπου με κάλεσαν να παρουσιαστώ «δια υπόθεσίν μου».
Έτσι, βρέθηκα να είμαι «παράνομος». Ήμουνα τότε 22 ετών.
Πρωτομαγιά 1968
Την παραμονή της Πρωτομαγιάς του’68, συνέβη ένα απίστευτο γεγονός.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
Όταν βρέθηκα στην «παρανομία», σε σύνδεση με την Οργάνωση που συνεργαζόμουν τότε, τέθηκε το ζήτημα τι κάνουμε, σε συνθήκες δικτατορίας και παρανομίας.
Η απάντηση ήταν, συγκεντρώνουμε δυνάμεις, «έμψυχο υλικό», για να μπορέσουμε να αντιπαρατεθούμε στους μηχανισμούς της χούντας. Καθήκον μας λοιπόν ήταν να μεταφέρουμε τις αγωνιστικές-αντιφασιστικές μας απόψεις στον στενότερο και ευρύτερο κύκλο μας και να του ζητήσουμε να στηρίξει έμπρακτα την Οργάνωσή μας.
Αυτό λοιπόν προσπάθησα να κάνω κι’ εγώ.
Δεδομένου ότι με την Πάντειο και τους πρώην συμφοιτητές μου είχα ξεκόψει από τότε που βγήκα από τη φυλακή, βρέθηκα τους τελευταίους μήνες να κάνω παρέα με κάποιους από τους συμφοιτητές μου της Σχολής Κινηματογράφου, στην οποία είχα εγγραφεί από τον Γενάρη του’68. Όμως η κλήση στην Γενική Ασφάλειας με υποχρέωσε να παρατήσω και την Σχολή Κινηματογράφου, διατηρώντας ωστόσο φιλικές σχέσεις με κάποιους από τους συμφοιτητές μου.
Έτσι, όταν βγήκα στην «παρανομία», το ανακοίνωσα σε μερικούς απ’ αυτούς, οι οποίοι το δέχθηκαν με θετική διάθεση και μάλιστα κάποιοι, πήραν και προώθησαν το παράνομο Δελτίο που τους έδωσα και στήριξαν οικονομικά την Οργάνωση.
Εντελώς συμπτωματικά, την παραμονή της Πρωτομαγιάς αυτής της χρονιάς, είχα κλείσει ένα ραντεβού με δυο παιδιά από τη Σχολή Κινηματογράφου, για να μιλήσουν με ένα στέλεχος της Οργάνωσης και να διερευνηθούν οι διαθέσεις τους να στηθεί ένας «πυρήνας» της Οργάνωσης στη Σχολή.
Το ραντεβού είχε κλειστεί κάπου στον Βύρωνα. Συζητώντας και περπατώντας, φτάσαμε μέχρι την Ανάληψη. Εκεί κουρασμένοι, σταθήκαμε για λίγο σε μια έρημη πλατειούλα, καθίσαμε και οι τέσσερες σε ένα παγκάκι και συνεχίσαμε τη συζήτηση. Όμως δεν φανταστήκαμε ότι λόγω της Πρωτομαγιάς και προς αποφυγή επεισοδίων, υπήρχαν αυξημένα μέτρα ασφαλείας από την χούντα. Έτσι δεν προσέξαμε, κάποιον χαφιέ που έκοβε βόλτες. Πολύ σύντομα ήρθαν και μας πλεύρισαν 3-4 αστυνομικοί και μας είπαν να τους ακολουθήσουμε στο Αστυνομικό Τμήμα που ήταν εκεί κοντά.
Καταλάβαμε ότι τα πράγματα ήταν ζόρικα για μας, αλλά δεν χάσαμε την ψυχραιμία μας.
Κάναμε τους άσχετους, διαμαρτυρηθήκαμε, αλλά αυτοί επέμεναν. Πήγαμε στο Τμήμα και περιμένοντας τον αξιωματικό υπηρεσίας, προσπαθήσαμε στον προθάλαμο να συνεννοηθούμε τι θα πούμε. Η μοναδική κοπέλα της παρέας είχε στην τσάντα της συμπτωματικά ένα βιβλίο του Σαίξπηρ. Το έβγαλε και το κρατούσε επιδεικτικά στα χέρια της, οπότε περνώντας ο αξιωματικός υπηρεσίας από μπροστά μας για να πάει κάπου, το είδε, ήθελε δεν ήθελε.
Σε λίγο μας φώναξαν να πάμε ένας-ένας στον «ανακριτή».
Μπήκα πρώτος.
Ήταν ένας τριανταπεντάρης μπάτσος, μάλλον συμπαθητικός. Του διαμαρτυρήθηκα γιατί μας ταλαιπωρούνε, λέγοντας ότι είμαστε σπουδαστές της Σχολής Κινηματογράφου, ότι θα γυρίσουμε μια ταινία στα πλαίσια των σπουδών μας κι ότι βρισκόμαστε εκεί γιατί ψάχνουμε να βρούμε κάποιους κατάλληλους εξωτερικούς χώρους για γύρισμα.
Μου ζήτησε και του έδειξα και την ταυτότητά μου. «Τώρα, τη έβαψα, σκέφτηκα». Βγήκα έξω και μέχρι να μπει ο επόμενος, είπα στα γρήγορα στους υπόλοιπους τι είχα πει στον «ανακριτή».
Τα δυο παιδιά της Σχολής Κινηματογράφου, διηγήθηκαν την ίδια ιστορία, ψύχραιμα και πειστικά. Μάλιστα η κοπέλα είπε και διάφορα άλλα που φαίνεται ότι εντυπωσίασαν τον «ανακριτή» απ’ όσα μας είπε. Τελευταίος μπήκε μέσα το στέλεχος της Οργάνωσης, ο οποίος, όπως είχαμε συνεννοηθεί είπε ότι δεν είναι σπουδαστής, αλλά ότι τον είχαμε καλέσει για να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία. Το πρόβλημα γι αυτόν ήταν ότι δεν είχε ταυτότητα μαζί του, γι’ αυτό τους έδειξε το βιβλιάριο του ΙΚΑ που είχε, στο όνομά του βέβαια και με το οποίο θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν, αφού ήταν κι’ αυτός παράνομος.
Μας είπαν να περιμένουμε σε ένα διπλανό δωμάτιο, όλοι μαζί. Καταλάβαμε ότι θέλουν να κάνουν διασταύρωση των στοιχείων μας με την Γενική Ασφάλεια.
Μας έλουσε κρύος ιδρώτας.
«Μήπως πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να την κοπανήσουμε τώρα, πριν έρθει η απάντηση;» τους είπα.
Δεν φάνηκε να υπήρχε τέτοια περίπτωση.
Περιμένοντας αρχίσαμε δήθεν να δυσανασχετούμε.
«‘Εχουμε κι’ άλλες δουλειές» τους λέγαμε, «αφήστε μας να φύγουμε». Αυτοί τίποτα. Θα είχε περάσει καμιά ώρα μέσα στο Τμήμα και κάποια στιγμή ζητάμε να δούμε τον αξιωματικό υπηρεσίας. Τον παρακαλούμε ευγενικά να μας επιτρέψει να φύγουμε γιατί έχουμε ανειλημμένες υποχρεώσεις. Αυτός αρχίζει να απολογείται, ότι δεν φταίει αυτός, φταίνε από τα κεντρικά κ.λ.π. Επιμένουμε ξανά και ώ του θαύματος, μετά από 20 λεπτά ανοίγει η πόρτα και μας λέει ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με τις γραμμές των τηλεφώνων, γι’ αυτό μπορούμε να φύγουμε.
Δεν το πιστεύαμε! Βγαίνοντας κάναμε μεγάλη προσπάθεια να μην τρέξουμε, να μη το βάλουμε στα πόδια και προδοθούμε. Ξέραμε ότι στο επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο από τη Γενική Ασφάλεια. Ευτυχώς, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Η Γενική Ασφάλεια φαίνεται ότι δεν πληροφορήθηκε ποτέ την προσωρινή σύλληψή μας από το Α.Τ Βύρωνα και οι δυό σπουδαστές της Σχολής Σταυράκου δεν αναζητήθηκαν ποτέ από ασφαλίτες !
Συμπτωματικά, λίγες μέρες αργότερα, οι γονείς μου επιστρέφοντας το βράδυ τους περίμεναν έξω από το σπίτι μας ασφαλίτες με πολιτικά, για να τους ρωτήσανε που μένει ο γιός τους.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που με αναζητούσαν εκεί.
Οι γονείς μου τους είπαν, για μια ακόμη φορά, δεν ξέρουμε, ίσως βρίσκεται στο εξωτερικό.
Δεν τους πίστεψαν. Πήραν τον πατέρα μου στο Τμήμα Χωροφυλακής Ηλιούπολης, τον ανακρίνανε κανονικά, τον βάλανε στο κρατητήριο και πέρασε την νύχτα εκεί.
Για «λόγους ασφαλείας», ίσως, του έβγαλαν την ζώνη και τα κορδόνια.
Την άλλη μέρα το πρωϊ ήρθε κι ένας ανώτερος από την Γενική Ασφάλεια να τον ανακρίνει, προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν λέγοντάς του, ότι ξέρουμε πως ο γιός σου είναι εδώ, όχι στο εξωτερικό, όταν τον πιάσουμε θα μπεις και εσύ φυλακή.
Το μεσημέρι τον άφησαν.
Την ίδια μέρα αναζήτησαν και την Βάσω στο πατρικό της σπίτι και δήλωσε κι’ εκείνη ότι δεν ξέρει που βρίσκομαι.
Καταλάβαμε ότι τα πράγματα στριμώχνουν.
Φοβηθήκαμε μήπως την παρακολουθήσουν το επόμενο διάστημα και κάναμε αρκετές εβδομάδες να ξαναβρεθούμε.
Όταν είπαμε αργότερα σε συντρόφους και φίλους το τι μας συνέβη την παραμονή της Πρωτομαγιάς του ’68, μας κοίταζαν περίεργα.
Η αρχική τους σκέψη ήταν:
«Μα είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Ρε μπας είναι κι αυτοί της ασφάλειας;».

RELATED ARTICLES

Most Popular

Recent Comments

Μετάβαση στο περιεχόμενο