Η άλλη σχέση των πολιτών με την πόλη τους
Μερικές μέρες πριν, πραγματοποιήθηκε στην Ηλιούπολη μια σημαντική πορεία για την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων, και της δημοκρατικής αξιοπρέπειας της πόλης μας.
Το σύνθημα «κανένα νοίκι σε ό,τι μας ανήκει» ήχησε δυνατά σε όλη την πόλη και δεν αφορά απλώς την διαφωνία στην εκμίσθωση ενός οικοπέδου-δημόσιου χώρου.
Αφορά το αντίτιμο που μας ζητούν προκειμένου να υπάρχουμε στις ίδιες μας τις πόλεις. Το αντίτιμο για δημόσιους και ελεύθερους χώρους, για ανάσα και αξιοπρέπεια. Για μια ελευθερία, που αντιμετωπίζεται πλέον ως παραχώρηση προς τους πολίτες και μια παροχή που δίνεται υπό όρους.
Και μάλιστα με την έγκριση της δημοτικής μας αρχής, δηλαδή εκείνου του βαθμού διοίκησης που έχει απομείνει στους πολίτες ως η προάσπιση της κοινής μας ζωής.
Της προάσπισης δηλαδή του τρόπου που συζητάμε, αποφασίζουμε, συγκρουόμαστε, συνυπάρχουμε και αντιμετωπίζουμε τα κοινωνικά, πολιτικά, εκπαιδευτικά, πολιτιστικά και ηθικά μας ζητήματα.
Η πορεία για το πάρκο Χαλικάκι δεν ήταν μια τυπική διαμαρτυρία.
Ήταν μια στιγμή κατά την οποία παιδιά, νέοι άνθρωποι, γονείς, παππούδες, άνθρωποι με αναπηρία, φορείς και σύλλογοι διέσχισαν την πόλη και έσπασαν, έστω και για λίγο, μια σιωπή που έχει απλωθεί βαθιά μέσα στην κοινωνική βάση.
Γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας βλέπει, καταλαβαίνει, απογοητεύεται και θυμώνει, αλλά συχνά σωπαίνει, όχι από αδιαφορία, αλλά από κούραση απέναντι στο χαμηλό επίπεδο, τις ίδιες πρακτικές, τις μικρές εξουσίες και την πολιτική φθορά που μεταμφιέζεται κάθε φορά σε κάλπικη «υπευθυνότητα».
Οι πολίτες δεν βγήκαν στον δρόμο μόνο επειδή ανησύχησαν για το Χαλικάκι. Βγήκαν γιατί αισθάνθηκαν ότι απέναντί τους έχουν μια διοίκηση που, πριν απ’ όλα, πρόσβαλε το δημοκρατικό τους αίσθημα.
Μια διοίκηση που δεν μπήκε καν στη διαδικασία να ρωτήσει ουσιαστικά την άποψη των πολιτών, δεν άνοιξε διάλογο, δεν άκουσε, δεν εξήγησε και δεν συνδιαμόρφωσε. Αντίθετα, έπραξε ότι ακριβώς κάνουν οι συντηρητικές διοικήσεις: υποτίμησε την κοινωνία, αποθάρρυνε τη συμμετοχή και πόνταρε στην αδιαφορία των πολιτών απέναντι σε επιλογές με ηθικό, κοινωνικό και δημοκρατικό βάρος.
Μια διοίκηση που, τελικά, δεν σεβάστηκε την κοινωνική βάση της Ηλιούπολης: τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν, υπερασπίστηκαν τους δημόσιους χώρους και κράτησαν ζωντανή τη μνήμη και τη συνέχεια της πόλης.
Αντί γι’ αυτό, επιχείρησε να επιβάλει. Και αυτό ήταν που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.
Γιατί όταν μια διοίκηση άλλα λέει, άλλα εννοεί και τελικά άλλα κάνει, δεν δημιουργεί απλώς πολιτική διαφωνία.
Δημιουργεί κρίση εμπιστοσύνης.
Και όταν υπάρχουν δημοτικοί σύμβουλοι που δεν γνωρίζουν, δεν αναζητούν, δεν αμφισβητούν, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να καταλάβουν σε βάθος το θέμα για το οποίο αποφασίζουν, τότε η κρίση εμπιστοσύνης γίνεται αδιαφάνεια και ξεπερνά έτσι τα όρια της δημοκρατικής και πολιτικής νομιμοποίησης.
Από εκεί γεννήθηκε η ανάγκη της παρουσίας στον δρόμο.
Και μαζί με αυτήν ήρθαν όλα τα υπόλοιπα: το δημόσιο συμφέρον, οι ελεύθεροι χώροι, η δημόσια περιουσία, η προστασία του πάρκου Χαλικάκι, η απαίτηση να μη μετατραπεί η πόλη σε πεδίο τακτοποίησης συμφερόντων.
Αυτή η πορεία διατύπωσε μια καθαρή πολιτική και κοινωνική δήλωση:
Οι δημόσιοι χώροι δεν είναι οικόπεδα προς διαχείριση, ούτε διαθέσιμα αποθέματα για κάποιου είδους «αξιοποίηση».
Είναι κοινά αγαθά. Είναι μνήμη, ζωή, ανάγκη, ανάσα και προοπτική για την πόλη. Και η ανάγκη για αναβάθμιση τους, χρειάζεται να λαμβάνει υπ’ όψιν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Και μέσα από αυτό αναδείχθηκε κάτι ουσιαστικότερο: ότι κάθε συζήτηση για έναν δημόσιο χώρο είναι, τελικά, συζήτηση για την ποιότητα της κοινής μας ζωής και για τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζεται το μέλλον της πόλης.
Η πόλη μας, η Ηλιούπολη, δεν μπορεί πια να περιγράφεται μόνο με ωραιοποιήσεις.
Η ανθρώπινη κλίμακα, το πράσινο, οι πλατείες, οι ελεύθεροι χώροι, το βουνό και ο ανοιχτός ορίζοντας, όλα όσα κάποτε αποτέλεσαν το πλεονέκτημά της, βρίσκονται σήμερα υπό διαρκή πίεση.
Πίεση από την αδιαφορία, τη διοικητική προχειρότητα, την απουσία σχεδίου, τις μικροπαραταξιακές λογικές, την πολιτική χωρίς βάθος και τη διαχείριση χωρίς όραμα. Πίεση, πολλές φορές, από εκείνους ακριβώς που επικαλούνται τη βελτίωση της κοινής μας ζωής.
Αυτή δυστυχώς είναι η μεγάλη εικόνα και το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που αναπαράγεται πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Με μοναδικό αυτοσκοπό τη διοίκηση και την εξουσία. Χωρίς πραγματική δουλειά, χωρίς τεκμηριωμένες προτάσεις, χωρίς προετοιμασία, χωρίς οδικό χάρτη για τα μεγάλα ζητήματα της πόλης.
Έτσι εμφανίζεται κάθε φορά μια μεταχειρισμένη ελπίδα του δήθεν καινούργιου και η λογική του «πάμε και όπου βγει» για την επόμενη μέρα. Και έτσι οι διοικούντες καταλήγουν σε αποφάσεις που από τη μια υπηρετούν πολιτικές των διαφόρων ελίτ και από την άλλη νομίζουν ότι κρύβουν την προγραμματική ένδεια και τα πολιτικά αδιέξοδά τους.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η πορεία έδωσε μια καθαρή απάντηση: ότι η κοινωνική ευθύνη δεν χωρά σε μικροκομματικά καπελώματα ούτε σε υπολογισμούς πολιτικού κέρδους. Η πορεία θύμισε ότι η κοινωνική βάση υπάρχει και όταν εκφράζεται, μπορεί να γίνει ξανά το απαραίτητο σώμα μιας ζωντανής πολιτικής σκέψης και δράσης.
Αυτό φάνηκε μέσα στην πορεία, αλλά και γύρω από αυτήν: στα μπαλκόνια, στις πλατείες, στα μαγαζιά, στα βλέμματα και στα χαμόγελα ανθρώπων που κατάλαβαν ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε. Ότι, έστω και για λίγο, η πόλη δεν σιωπούσε. Ανάσαινε. Και ότι μπορεί να στηριχθεί εκ νέου πάνω στους ανθρώπους της, στις ανάγκες τους και στην αξιοπρέπειά τους, μπορεί να ξαναγίνει σκέψη, ευθύνη, συλλογική δράση και να φέρει μια πραγματική αλλαγή.
Γι’ αυτό η πορεία πρέπει να έχει συνέχεια. Για να γίνει συλλογική, η απαίτηση για διαφάνεια, συμμετοχή και ουσιαστικό σχεδιασμό. Να γίνει η αρχή μιας άλλης σχέσης των πολιτών με την πόλη τους.
Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο ένας δημόσιος χώρος. Είναι να αλλάξει ο τρόπος που σκεφτόμαστε, συμμετέχουμε και στεκόμαστε απέναντι στην πόλη μας. Όχι ως θεατές αποφάσεων, αλλά ως συμμέτοχοι σε ένα κοινό έργο που μας ανήκει, μας εκφράζει και μας δεσμεύει.
Αν συνεχίσει λοιπόν να σπάει η σιωπή στην κοινωνική βάση, τότε η κοινωνία παύει απλά να παρακολουθεί. Και αρχίζει να διεκδικεί.
Και παίρνει τέλος η παρακμή, το σύνθημα, η ψευτο-υπόσχεση, το προεκλογικό παραμύθι!
Και αρχινά η κοινωνική μετατόπιση !
Τότε θα περισσεύει η πίστη στο ότι η πόλη, η κοινωνία μας, μπορεί να αλλάξει, πέρα από ψευτο-οραματισμούς που εξαντλούνται στην ελπίδα. Και τότε θα μπορούμε να απαλλαγούμε ξανά από τους «τσάμπα μάγκες» της δημόσιας ζωής. Από εκείνους που στερούν από την κοινωνία ακόμη και αυτό που οι ίδιοι δεν μπορούν να της δώσουν.
Πρώτα, λοιπόν, αλλάζεις! Και μετά ελπίζεις. Γιατί η αλλαγή προηγείται της ελπίδας!
Διαφορετικά, η ελπίδα πεθαίνει πάντα πρώτη.
Ηλιούπολη 5 Ιουλίου 2026
Βαγγέλης Μπαλάσκας

