Το χθεσινό συμβάν με την άτυχη διευθύντρια του 2ου Γυμνάσιου Ηλιούπολης, η οποία έπαθε καρδιακή ανακοπή στο σχολείο, μετά από κεραυνό που έπεσε κάπου κοντά της, ανέδειξε ένα πολύ σοβαρό θέμα που απασχολεί από χθες όλη την πόλη.
Φάνηκε πόσο ευάλωτα είναι τα σχολικά κτίρια, με πεπαλαιωμένες ή εκτός λειτουργίας ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, χωρίς τις απαραίτητες συντηρήσεις και επεμβάσεις εκσυγχρονισμού, ούτε καν αυτές που επιβάλουν οι ισχύοντες κανονισμοί εσωτερικών ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων.
Το ερώτημα που από χθες ακούγεται στις συζητήσεις όλων, είναι “αν το κτίριο του 2ου Γυμνασίου ή και το διπλανό του 8ου/17ου δημοτικού είχαν αντικεραυνική προστασία” και από εκεί αρχίζει ο παραλογισμός των ατέρμονων και συγκρουόμενων απαντήσεων.
Άλλοι λένε ότι υπήρχε σύστημα, αλλά δεν λειτουργούσε επειδή είχε βανδαλιστεί από τους γνωστούς συλλέκτες μετάλλων…
Άλλοι λένε ότι το κτίριο καλύπτεται από το σύγχρονο αλεξικέραυνο του γειτονικού κολυμβητηρίου και άλλα πολλά.
Να ξεκαθαρίσουμε ότι η ευθύνη αυτών των ελλείψεων είναι διαχρονική και αγγίζει όλες τις δημοτικές αρχές, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι σήμερα, στη σύγχρονη εποχή, κάθε δημόσιο κτίριο και ειδικά κάθε σχολείο, πρέπει να διαθέτει πλήρες σύστημα αντικεραυνικής προστασίας.
Η πλήρης κάλυψη περιλαμβάνει τόσο εξωτερική προστασία, δηλαδή αλεξικέραυνο, πλέγμα αγωγών στην οροφή και την περίμετρο του σχολείου, που οδηγούν το ρεύμα με ασφάλεια στο έδαφος, όσο και εσωτερική, με απαγωγούς υπερτάσεων που τοποθετούνται στους ηλεκτρικούς πίνακες, για να αποτρέψουν την καταστροφή των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των συστημάτων ασφαλείας του σχολείου.
Σε αυτές τις θλιβερές καταστάσεις έχουν οδηγήσει οι κυβερνητικές πολιτικές τις τελευταίες δεκαετίες, με τις οποίες μετατέθηκε η ευθύνη της συντήρησης των σχολικών κτιρίων από την κεντρική διοίκηση στους Δήμους, χωρίς όμως να γίνει ταυτόχρονα η αντίστοιχη μεταφορά των απαραίτητων οικονομικών πόρων και του αναγκαίου προσωπικού.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Δήμοι έχοντας γονατίσει οικονομικά, συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν ούτε τα απολύτως απαραίτητα και περιπίπτουν στην πλήρη αδυναμία επεμβάσεων. Αν, στο μίγμα αυτής της πολιτικής εξίσωσης, προστεθεί η απειρία διοίκησης ή και η έλλειψη ικανοτήτων, τότε το πρόβλημα γίνεται εκρηκτικό.
Η σημερινή δημοτική αρχή δεν έχει πείσει την τοπική κοινωνία ότι μπορεί να ιεραρχήσει, να μεθοδεύσει και να υλοποιήσει την επίλυση αυτών των προβλημάτων, αλλά αυτή διοικεί και αυτή θα κριθεί για την αποτελεσματικότητά της και όχι για τα επικοινωνιακά της “επιτεύγματα”!
Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε, να ξεπεράσει η συμπολίτισσά μας διευθύντρια του σχολείου τη δύσκολη κατάσταση της υγείας της και να επανέλθει υγιής και με αιτία και αφορμή αυτό το ατυχές γεγονός, να ασχοληθεί, πραγματικά και αποτελεσματικά, η δημοτική αρχή.

