“Υπάρχουν τόποι που δεν τους θυμόμαστε μόνο με εικόνες. Τους θυμόμαστε με μυρωδιές, ήχους, φωνές… Για τον Αθανάσιο Μπίρλη ένας τέτοιος τόπος είναι το καφενείο-ουζερί του παππού Μανώλη και της γιαγιάς Αγγελικής στην Καισαριανή: η μυρωδιά του ούζου, ο καφές στη χόβολη, τα μεζεκλίκια και ένα παιδί που αποκοιμιόταν πάνω στην τσόχα του μπιλιάρδου”.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη, που δημοσιεύτηκε στο alosmag.gr στις 27 Σεπτεμβρίου 2026
Χρόνια αργότερα, με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, εκείνο το παιδί άρχισε να αναζητά τα καφενεία της Ελλάδας. Όχι ως γραφικά απομεινάρια μιας άλλης εποχής, αλλά ως ζωντανούς τόπους μνήμης. Καρέκλες, παλιοί καθρέφτες, μαρμάρινα τραπέζια, επιγραφές και πρόσωπα συνθέτουν μια αφήγηση για χώρους όπου κάποτε συναντιόταν μια ολόκληρη κοινότητα για να πιει καφέ, να παίξει χαρτιά, να πολιτικολογήσει, να τσακωθεί, να γιορτάσει.
Στο λεύκωμά του, ο Αθανάσιος Μπίρλης φωτογραφίζει έναν κόσμο που αλλάζει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει ήδη χαθεί. Και κάπως έτσι η προσωπική επιστροφή στις δικές του ρίζες γίνεται ένα φωτογραφικό αρχείο της συλλογικής μνήμης. Γιατί πίσω από μια κλειστή πόρτα καφενείου δεν χάνεται μόνο ένα κατάστημα. Χάνεται ένας τρόπος να είμαστε μαζί.
Γράφετε ότι όλα ξεκινούν από το καφενείο-ουζερί του παππού Μανώλη και της γιαγιάς Αγγελικής, από τη μυρωδιά του ούζου, τον καφέ στη χόβολη, τα μεζεκλίκια και εσάς παιδί να κοιμάστε πάνω στην τσόχα του μπιλιάρδου. Τελικά αυτό το λεύκωμα είναι μια καταγραφή των ελληνικών καφενείων ή μια επιστροφή στις δικές σας ρίζες;
– Επηρεασμένος φυσικά από τα βιώματά μου έχω μια συμπάθεια και αγάπη για κάθε μικρό και μεγάλο καφενείο. Στην πολύχρονη διαδρομή ζωής ανακάλυπτα πάντα ένα, όπου και αν βρισκόμουν. Φυσικά ήμουν πάντα έτοιμος, με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι… Προοδευτικά επιδίωκα να γνωρίσω και τους ανθρώπους που τα δούλευαν. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια επισκεπτόμουν τα πιο ξεχωριστά δυο και τρεις φορές.
Αναζητήσατε επί χρόνια καφενεία που «παραμένουν σημείο αναφοράς και έχουν κάτι να πουν». Πότε καταλαβαίνατε ότι μπροστά σας δεν είχατε απλώς ένα παλιό καφενείο αλλά μια ιστορία που άξιζε να διασωθεί;
– Κάθε ένα από αυτά έχει ιστορία που αξίζει να γραφτεί και δεν είναι γνωστή, όπως τα αγαπημένα του Βάρναλη, του Σεφέρη (Φορλίδα στον Λαύκο του Πηλίου), ή του Θόδωρου Αγγελόπουλου (Μεγαλοκαφενείο Άμφισσας). Καταλάβαινα τις δυσκολίες της διατήρησής τους, τις αντιξοότητες και αποφάσισα να προχωρήσω στην έκδοση αυτού του λευκώματος.
Στις φωτογραφίες σας πρωταγωνιστούν συχνά τα ίχνη των ανθρώπων περισσότερο από τους ίδιους τους ανθρώπους: μια άδεια καρέκλα, ένα τραπέζι, ένας παλιός καθρέφτης, μια ξεθωριασμένη επιγραφή. Μπορεί ένα αντικείμενο να αφηγηθεί τη μνήμη ενός τόπου καλύτερα από ένα πρόσωπο;
– Το Πανελλήνιον της Μυτιλήνης (δεν υπάρχει) λειτούργησε σαν καφε-ζαχαροπλαστείο στις αρχές του 20ού αιώνα, με διακόσμηση ευρωπαϊκή. Δερμάτινοι καναπέδες, γαλλικά μπιλιάρδα, με βραδιά βιβλίου, παραστάσεις θεατρικές -το ίδιο συναντάμε και στην Τρίπολη και την Άμφισσα, με βιεννέζικα έπιπλα, περίτεχνους καθρέπτες, κ.ά.. Φυσικά θαμώνες υπήρξαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Γεώργιος Παπανδρέου και άλλοι πολλοί.
Κάποια από τα καφενεία που φωτογραφίσατε δεν υπάρχουν πια. Όταν επιστρέφετε σήμερα σε μια φωτογραφία ενός χώρου που έχει κλείσει, αισθάνεστε ότι φωτογραφίσατε κάτι που τότε ήταν παρόν ή ότι, χωρίς να το γνωρίζετε, καταγράφατε ήδη την απουσία του;
– Είναι στενάχωρο όταν βλέπω τα κλειστά καφενεία. Μεγάλη στενοχώρια ένιωσα και πρόσφατα, όταν το Διεθνές στη Φλώρινα, που στεγάζεται σε ένα εμβληματικό διατηρητέο κτίριο του υπουργείου Πολιτισμού, αγωνίζεται για τη συνέχιση της λειτουργίας του. Φωτογραφίζοντας αυτούς τους χώρους ίσως συμβάλω στη διατήρηση της μνήμης και παράλληλα στην ευαισθητοποίηση για τη διάσωσή τους. Όταν ανέβαινα στη σκηνή του χώρου αυτού… ή στα καμαρίνια των ηθοποιών ένιωθα ένα ρίγος…
Στο λεύκωμα συναντά κανείς καφενεία που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρα κομμάτια της ελληνικής κοινωνικής και πολιτιστικής ιστορίας -από χώρους που φιλοξένησαν λογοτέχνες μέχρι το Πανελλήνιο της Άμφισσας, όπου ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γύρισε σκηνές του «Θιάσου». Πότε ένα καφενείο παύει να είναι απλώς ένα κατάστημα και γίνεται κομμάτι της πολιτιστικής μνήμης ενός τόπου;
– Σίγουρα ένα κομμάτι ενός καφενείου λειτουργούσε και ως κατάστημα, ειδικά σε απομακρυσμένα μέρη, όπου το καφενείο ήταν επίσης παντοπωλείο, αλλά και στο βαθύ παρελθόν τηλεφωνικό κέντρο… Ωστόσο αποτελούσε και ένα χώρο πολιτισμού. Πέρα από την κοινωνικοποίηση που ευνοούσε ο χώρος αυτός, την ανταλλαγή απόψεων και τους πολιτικούς διαξιφισμούς, ή την κολτσίνα που έπαιζαν οι θαμώνες για να περάσει η ώρα, κάποια καφενεία εξελίχθηκαν σε πολιτιστική κληρονομιά. Καφενεία όπου παίζονταν παραστάσεις ή αποτελούσαν το σκηνικό για εμβληματικές ταινίες έχουν ειδική αξία, πόσω μάλλον όταν οι κάτοικοι ενός χωριού γίνονται μέρος της ταινίας ή της παράστασης και μέσα από αυτή τη συμμετοχή αναδεικνύονται οι μνήμες και οι ιδιαιτερότητες ενός τόπου.
Λέτε ότι τα καφενεία είναι χώροι πολιτισμού και συντροφικότητας που πρέπει να σωθούν. Τι πιστεύετε ότι χάνεται πραγματικά όταν κλείνει ένα παλιό καφενείο; Ένας χώρος, ένας τρόπος κοινωνικής συνεύρεσης ή ένα κομμάτι της ταυτότητας μιας κοινότητας;
– Χάνεται ένα μέρος της ίδιας της ζωής ενός χωριού ή μιας κωμόπολης. Ένα φως στο σκοτάδι που περιμένει τον ταξιδιώτη, ένας καφές για τον εξερευνητή, ένα τηλέφωνο που εξυπηρετεί όλους τους κατοίκους, ιδίως ένας άνθρωπος που προσέχει βιός και ανθρώπους. Επίσης ένα γλέντι της Παναγιάς που θα ανταμώσουν οι πολλοί και θα πολιτικολογήσουν ή θα τσακωθούν, θα χορέψουν και θα τραγουδήσουν, θα παίξουν και θα μοιραστούν τα βιώματά τους.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του λευκώματος και πόσα χρόνια διαδρομών, αναζητήσεων και φωτογραφήσεων κρύβονται τελικά μέσα στις σελίδες του; Υπήρξε κάποια στιγμή που καταλάβατε ότι αυτό το υλικό έπρεπε να πάψει να είναι προσωπικό αρχείο και να γίνει βιβλίο;
– Όταν αγαπημένα για εμένα καφενεία άρχισαν να κλείνουν, ένιωσα την ανάγκη να προχωρήσω και να αναδείξω την αγωνία όλων όσοι διατηρούν ανάλογους χώρους, μήπως μέσω ενός τέτοιου εγχειρήματος συμβάλλω στην ανάδειξη του θέματος. Η δύναμη της εικόνας είναι ισχυρή! Πίσω από τα άσπρα μάρμαρα του καφενείου της Άμφισσας υπάρχει μεγάλη ιστορία. Μάλιστα θα σας πω ότι τα χρόνια που λειτούργησε σύχναζαν και γυναίκες. Οι γυναίκες κάθονταν σε τραπέζια με μαύρα μάρμαρα, γιατί στα άσπρα κάθονταν άνδρες για να γράφουν τους πόνους της δηλωτής!

Υπάρχει κάποια φωτογραφία ή κάποιο καφενείο μέσα στο λεύκωμα που σήμερα, μετά την ολοκλήρωσή του, έχει αποκτήσει για εσάς ιδιαίτερη σημασία; Και τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης όταν κλείσει την τελευταία σελίδα;
– Οι φωτογραφίες της Ωραίας Κρήτης, του Φίλιππου Φιλιππίδη και της Αρχοντούλας που είχε άγχος πότε θα γίνει μονάδα τεχνητού νερού στην Κάρπαθο, ώστε να μην πηγαινοέρχεται στη Ρόδο ή την Κρήτη μια-δυο φορές την εβδομάδα (2017). Βενιζελικός ως το κόκκαλο ο Φιλιππίδης…
Αν μπορούσατε να επιστρέψετε για μία μόνο ώρα σε ένα από τα καφενεία αυτού του λευκώματος -ή στο καφενείο του παππού σας στην Καισαριανή- ποια πόρτα θα ανοίγατε και ποιον θα θέλατε να βρείτε μέσα;
– Από καρδιάς, θα ήθελα έναν καφέ, ναι και όχι, στη χόβολη από την Αγγέλα και τον Μανώλη, επίσης η σκέψη μιας ώρας στο Διεθνές με ιντριγκάρει…
Φωτογραφίες από το υπό έκδοση φωτογραφικό λεύκωμα του Αθανάσιου Μπίρλη «Καφενεία»…






